Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017


η Μυρτώ Γιαρένη (Γ3), ενεργό μέλος της Λέσχης Αναγνωστών της βιβλιοθήκης μας, παρουσίασε ένα ακόμη έργο της, το παραμύθι  "περπατώντας σε πέτρινα μονοπάτια".
μπράβο Μυρτώ!!!

Περπατώντας σε πέτρινα μονοπάτια
Ο νεαρός οδοιπόρος κοίταξε τον ήλιο που διαπερνούσε με τις αχτίδες του τα φύλλα των δέντρων και χαμογέλασε. Πώς το είχε αποφασίσει αυτό; Τη μία στιγμή βρισκόταν με την οικογένειά του στο αγρόκτημά τους έξω από τη πόλη και την άλλη, μέσα στο δάσος και κάτω από τον ανοιξιάτικο ουρανό.
Το να φύγει ήταν μία απόφαση της στιγμής που, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ίσως να μην έπρεπε να πάρει. Όμως δεν θα ξαναγυρνούσε. Δεν συνήθιζε να είναι παρορμητικός και είχε φτάσει σε σημείο να απορεί με τον εαυτό του που, έτσι ξαφνικά, μην αντέχοντας άλλο την πλήξη της αγροτικής ζωής που έβλεπε να απλώνεται μπροστά του, έβαλε σε ένα σακίδιο μία αλλαξιά ρούχα και λίγο φαγητό, αποχαιρέτησε τους γονείς και τα αδέλφια του και τους άφησε, αλλά, παρά το ρίσκο που είχε πάρει, δεν το μετάνιωνε.
Αγαπούσε την οικογένειά του, και του έλειπαν ήδη, όμως ένιωθε μία πρωτόγνωρη ελευθερία και είχε αποφασίσει να την απολαύσει όσο περισσότερο γινόταν, μαζί με τον ήλιο, το ελαφρύ αεράκι και το διακριτικό τραγούδι των πουλιών.
Αυτά σκεφτόταν, χαρούμενος -και λίγο τρομοκρατημένος από το άγνωστο- και συνέχιζε τον δρόμο του.
Προχωρούσε εύθυμα, κοιτώντας με θαυμασμό, πότε τα σχήματα που έφτιαχναν τα λευκά σύννεφα και πότε τα ανθισμένα λουλούδια στο έδαφος, και δεν κατάλαβε πότε τα δέντρα σταμάτησαν και το χωμάτινο μονοπάτι που ακολουθούσε μέχρι τώρα χωρίστηκε σε τρία πέτρινα που συνέχιζαν τη πορεία τους χωριστά, αλλά παράλληλα.
Ο ήρωάς μας κοντοστάθηκε και  τα παρατήρησε πιο προσεκτικά. Και τα τρία ήταν φτιαγμένα από πέτρα, αλλά οι ομοιότητές τους σταματούσαν εκεί.
Το μονοπάτι που βρισκόταν στα αριστερά του ήταν το πιο μεγαλόπρεπο. Φαρδιές, ακανόνιστες πέτρες που κοκκίνιζαν στο φως του ήλιου και ανα διαστήματα μεγάλα κενά, λες και κάποιος είχε σπάσει τις πέτρες που θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί, σε έκαναν να πιστεύεις πως χρειαζόταν δύναμη, αποφασιστικότητα και κότσια για να το διασχίσεις. Όμως, όσο δέος και να προκαλούσε, δεν μπορούσε να συγκριθεί σε ομορφιά και αρμονία με το δεύτερο μονοπάτι.
Βιολετί, από τα αμέτρητα λουλούδια που τις στόλιζαν, οι πέτρες του ίσα που φαίνονταν, λείες και λαμπερές, εμποδίζοντάς σε να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους. Αυτή η δύναμη όμως δεν τον εμπόδισε από το να κοιτάξει το τρίτο μονοπάτι.
Η τρίτη του επιλογή ήταν επίσης μισοκαλυμένη, αλλά αυτή τη φορά από χιόνι. Κατάλευκο, παχύ χιόνι, που δημιουργούσε μυστήριο και προκαλούσε μία απίστευτη ηρεμία, σε συνδυασμό με περιέργεια για την εξερεύνησή του.
Μπερδεμένος ο πρωταγωνιστής μας, απομακρύνθηκε από την αρχή των μονοπατιών και ξεφύσηξε.
« Τώρα ποιο μονοπάτι πρέπει να ακολουθήσω; » αναρωτήθηκε φωναχτά, χωρίς να περιμένει απάντηση.
« Μα το δικό μου φυσικά! » ακούστηκε μία χαρωπή φωνή.
             Ο νεαρός ξαφνιάστηκε και κοίταξε προς το μέρος που πίστευε ότι βρισκόταν η πηγή της φωνής, αλλά εκεί, δεν βρισκόταν άλλο από ένα άλογο. Ένα ασυνήθιστα όμορφο άλογο, με λαμπερή μενεξεδένια χαίτη και ένα μυτερό κέρατο στη κορυφή του κεφαλιού του.
« Ποιος είναι; » αναρωτήθηκε φωναχτά ο οδοιπόρος μας.
« Εγώ! » απάντησε το άλογο, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
« Μα, εσύ είσαι ένα άλογο! Δεν γίνεται να μιλάς, πόσο μάλλον να έχεις δικό σου μονοπάτι! »
« Πρώτον, δεν είμαι ‘άλογο’.» είπε τονίζοντας με αηδία τη τελευταία λέξη « Είμαι μονόκερος. Το ομορφότερο πλάσμα στον κόσμο. Και δεύτερον. Το μονοπάτι ΕΙΝΑΙ δικό μου. Έχω επιλεχθεί σαν φύλακάς του, γιατί χαρακτηρίζω καλύτερα από κάθε άλλον αυτό που κερδίζεις όταν το ακολουθήσεις: Την ομορφιά.»
«Πες καλύτερα την αδυναμία και την ανικανότητα να επιβληθείς, γιατί είσαι υπερβολικά ευάλωτος» τον διέκοψε μία δυναμική φωνή από αριστερά. « Θα έρθεις μαζί μου αμέσως και ποτέ δεν θα μάθεις πως είναι να σε εκμεταλλεύονται, ή την απογοήτευση του να είσαι πάντα δεύτερος. Θα σου δοθεί δύναμη χωρίς όρια, σωματική, ψυχική, εξουσία, χρήματα, και με αυτά θα μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Γι’ αυτό πλησίασε. Τώρα.»
            Η αυταρχικότητα της φωνής έκανε το αγόρι να πάρει το βλέμμα του απ’ το μονόκερο, για να δει ένα τεράστιο αιλουροειδές με επιβλητική καστανόχρυση χαίτη, να χαμογελάει αυτάρεσκα.
« Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα πάρω διαταγές από μία μεγάλη γάτα;»
            Το χαμόγελο του λιονταριού έσβησε απότομα.
« Είμαι ο βασιλιάς των ζώων...» είπε χαμηλόφωνα γυμνώνοντας τα δόντια του και δείχνοντας ξαφνικά πολύ απειλητικό. « Ο τελευταίος που με αποκάλεσε γάτα...»
« Ξέρουμε αγαπητέ μου, έγινε το γεύμα σου. Όμως πρέπει να κρατήσεις την ψυχραιμία σου. Βλέπεις, ο φίλος μας χρειάζεται τη ζωή του για να αποφασίσει.»
            Το λιοντάρι έριξε μια πλάγια ματιά στα αριστερά του και χαμήλωσε το κεφάλι.
« Πριν αποφασίσετε όμως, αφήστε με να συστηθώ» είπε αυτή η ήρεμη φωνή. « Είμαι ένας λύκος, προφανώς, και βρίσκομαι εδώ για να σας πείσω ότι το μονοπάτι της σοφίας, το οποίο υπόσχεται διπλωματία, εξυπνάδα και γνώση είναι αυτό που σας ταιριάζει πραγματικά». Έκανε μια μικρή υπόκλιση και συνέχισε:  « Ο  σοφός δεν προσβάλει, ούτε προσβάλλεται, δεν θυμώνει γιατί έχει παρατηρήσει τη φύση που κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και σε κατακλυσμούς και χιονοθύελλες, διατηρεί την γαλήνη και την ηρεμία της. Με τη σοφία, μπορείς να υπολογίζεις τις καταστάσεις και να βρίσκεις πάντα την κατάλληλη λύση, όπως, για παράδειγμα, όταν θέλεις να ηρεμήσεις έναν οξύθυμο ανόητο.» έδειξε διακριτικά το λιοντάρι το οποίο δεν είχε καταλάβει πως αναφερόταν σε εκείνο.
« Συγγνώμη, αλλά πιστεύω ότι έχετε κάνει λάθος. Ποιος είμαι εγώ για να πάρω τέτοια απόφαση;»
«Είναι απλά μια απόφαση για τη ζωή σου. Όλοι τη παίρνουν κάποια στιγμή» είπε γλυκά ο μονόκερος, σαν να διασκέδαζε με την άγνοιά του.
« Ναι, μη νομίζεις ότι είσαι ο εκλεκτός ή κάτι τέτοιο. Δεν είσαι πιο ξεχωριστός από τους άλλους που έχουμε δει» πρόσθεσε ο λύκος εξετάζοντας αμέριμνα τα νύχια του.
«Αλλά αν θες να γίνεις ξεχωριστός, θα έρθεις στο δικό μου μονοπάτι. Για να μην έχεις αποφασίσει ακόμα, δεν είσαι όσο δυναμικός χρειάζεται για εμάς, αλλά βλέπω μια δυνατή καρδιά να χτυπάει μέσα σου και με πολλή δουλειά, θα καταφέρεις να γίνεις ένας σπουδαίος ηγέτης» είπε το λιοντάρι προσπαθώντας να τον πείσει.
« Αν θες πραγματικά να κατακτήσεις τις καρδιές και να μείνεις αξέχαστος σε όποιον έχει τη τύχη να σε γνωρίσει, ή ακόμα και να σε δει στο δρόμο, πρέπει να επιλέξεις εμάς. Θα γοητεύεις τους πάντες χωρίς να χρειαστεί να πεις λέξη ή να χαρίσεις πλούτη. Η ύπαρξή σου από μόνη της θα κάνει τον κόσμο ομορφότερο και όλοι θα θέλουν να είναι εσύ!»
«Σωστά.» συμφώνησε ο λύκος «Όλοι οι μικρόμυαλοι και επιφανειακοί άνθρωποι θα νιώθουν την ανάγκη να γίνουν κάποιος άλλος. Ο σοφός όμως ξέρει πως δεν υπάρχει καλύτερος για αυτόν από τον εαυτό του. Αναγνωρίζει τα λάθη του και προσπαθεί να τα εξαλείψει με τη περισυλλογή, την ενδοσκόπηση και την ηρεμία»
«Αλλά ο δυνατός δεν χάνει ποτέ!»
«Και ο όμορφος μένει πάντα στις μνήμες των ανθρώπων»
«Ο σοφός όμως είναι υπεράνω των υλικών πραγμάτων»
«Ούτε εγώ ενδιαφέρομαι για τα πράγματα από τη στιγμή που παίρνω πάντα αυτό που θέλω» ειπε το λιοντάρι εκνευρισμένο.
«Ε...Λοιπόν....εγώ.... Είμαι πάρα πολύ όμορφος. Και δεν υπάρχει καλύτερός μου. Α, και αν θέλετε να ξέρετε, σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς και εσύ θα έχανες και ο εξυπνάκιας από εδώ δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ‘ενδοσκόπηση και την ηρεμία’!» τσίριξε προσβεβλημένος ο μονόκερος.
« Συμπαθητικέ μου συνάδελφε, μην εξάπτεστε...» συνέχισε ήρεμα τη συζήτηση ο λύκος. «Η αλήθεια είναι ότι θα κερδίζατε, αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά όταν...»
 «Θα σου πω εγώ τι σημασία έχουν, παλιό---»
«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» φώναξε ο νεαρός διακόπτοντας το λιοντάρι. « Γιατί μαλώνετε;» ρώτησε ήρεμα αμέσως μετά.
«Βασικά, οι άλλοι μαλώνουν. Εγώ λογομαχώ. Ήρεμα και πολιτι---»
«Όχι. Δεν θέλω να ακούσω άλλα. Όλοι έχετε τον ίδιο στόχο, σωστά;» έκανε μία παύση και βλέποντας τον λύκο να ετοιμάζεται να πει κάτι βιάστηκε να συνεχίσει.
 «Γιατί να το παίρνετε τόσο σοβαρά; Υποστηρίζετε ότι το πιο σημαντικό για εσάς είναι αυτό που αντιπροσωπεύετε, αλλά δεν είναι αλήθεια. Το μόνο που σας νοιάζει είναι να πάρετε τους περαστικούς με το μέρος σας. Δεν λέω ότι αυτό είναι κακό, αλλά το κάνετε προσπαθώντας, όχι να αποδείξετε ότι είστε καλύτεροι από τους άλλους, αλλά ότι οι άλλοι είναι χειρότεροι από εσάς. Γιατί ότι έχει ο ένας να λείπει από τον άλλον; Η δύναμη δεν επιβάλλεται να είναι ανόητη, η ομορφιά δεν χρειάζεται να είναι αδύναμη και η σοφία πρέπει να ξεφύγει από το στερεότυπο της ασχήμιας. Χρειαζόμαστε λίγο από όλα και όταν βρεθεί κάποιος να μας τα προσφέρει, τότε ο κόσμος θα γίνει καλύτερος!»
            Όσο τα έλεγε αυτά, τα πάντα γύρω του άλλαζαν. Μόλις σταμάτησε να μιλά, μία στιγμιαία σιωπή απλώθηκε. Μία σιωπή που διαλύθηκε από ένα απόκοσμο ουρλιαχτό.
            Ο άλλοτε υπέροχος μονόκερος σήκωσε το κεφάλι του. Είχε μόλις δει την αντανάκλασή του στις γυαλιστερές πέτρες του μονοπατιού του. Η παλιά του λάμψη είχε σβήσει και το μοναδικό του χρώμα είχε δώσει τη θέση του σε ένα αδιάφορο μαύρο και το κατεστραμμένο του κέρατο, του στερούσε τον τίτλο της ομορφιάς.
            Στη παράφωνη αυτή συμφωνία ήρθαν να προστεθούν τα κλάματα μιας γάτας. Εκεί που στεκόταν πριν ένα λεπτό το δυνατό και σίγουρο λιοντάρι, είχε βρεθεί μαζεμένο και φοβισμένο, ένα γατάκι που κοίταζε γύρω του με φόβο.
            Όσο για τον λύκο, δεν είχε αλλάξει. Ούρλιαξε στο φεγγάρι που είχε κάνει την εμφάνισή του στον νυχτερινό πλέον ουρανό και, έχοντας χάσει την ομιλητικότητα και την ηρεμία του, άρχισε να γρυλίζει με θυμό.
            Ο πρωταγωνιστής μας άρχισε να απελπίζεται και αναρωτιέται τι θα κάνει και αν θα ήταν καλύτερα να είχε διαλέξει απλά ένα από τα μονοπάτια, αλλά τότε το είδε…
            Τοτέταρτο μονοπάτι. Ένα μεγάλο μονοπάτι με φαρδιές, ακανόνιστες πέτρες, που ίσα που φαίνονταν από τα λιλά λουλούδια και το παχύ, ολόλευκο χιόνι. Το μονοπάτι που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και που τώρα απλωνόταν μπροστά του.
 Γιατί δεν πρέπει να βρούμε κάποιον να μας προσφέρει αυτό που θέλουμε, όπως νόμιζε αρχικά ο ήρωάς μας. Πρέπει εμείς να διαλέξουμε τον δρόμο που μας ταιριάζει και δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ήδη.
Και όλα τέλειωσαν όπως άρχισαν. Ο νεαρός οδοιπόρος κοίταξε τον ήλιο που ανέτειλε, χαμογέλασε και έφυγε για νέες περιπέτειες, περπατώντας στο δικό του πέτρινο μονοπάτι.

ΤΕΛΟΣ

Μυρτώ Γιαρένη

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017



Η ΑΥΛΗ ΜΑΣ

.....και πάλι μαζί σας για να σας προτείνουμε ένα ακόμη βιβλίο!

    Τη χρονιά που πέρασε ανάμεσα στα άλλα αποφασίσαμε να διαβάσουμε και το μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου ¨η αυλή μας" καθώς μας ήταν ήδη γνωστό από τ΄ αποσπάσματα που συναντήσαμε στα βιβλία των Κειμένων Λογοτεχνίας "τα φαντάσματα" και "στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας". Μας άρεσε η ανάλαφρη ατμόσφαιρα, το χιούμορ και οι παράλληλες ιστορίες που εναλλάσσονταν με τη βασική, πράγμα που το έκανε πολύ ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.
Το βιβλίο δε μας απογοήτευσε. Ήταν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα που μας διασκέδασε. Μέσα απ΄ αυτό γνωρίσαμε με ευχάριστο τρόπο την Αθήνα της δεκαετίας του ΄60,  τους ανθρώπους και τις γειτονιές της, που σιγά σιγά τσιμεντοποιούνται

                                                            τα μέλη της Λέσχης Αναγνωστών